When you explain it, it becomes BANAL.

CLAUDE

Κατηγορία: Τέχνη
#Μουσική
Το thumbnail του άρθρου με τίτλο CLAUDE

Στο μεταίχμιο μεταξύ του 19ου και του 20ού αιώνα ο Γάλλος συνθέτης Claude Debussy γράφει ένα από τα πρώιμα, αλλά και γνωστότερα έργα του, τη Suite Bergamasque για πιάνο. Διανύοντας τη συνθετική του ανάπτυξη ανάμεσα σε αυτούς τους δύο αιώνες, κατά τους οποίους οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη βαριά γλώσσα του Ρομαντισμού, επηρεάστηκε από την γέννηση των συμβολιστών ποιητών και των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων, δημιουργώντας μια δική του μουσική γλώσσα.

Ο Debussy χρησιμοποίησε μια ηχοχρωματική μουσική γλώσσα, ολοτονικές και οκτατονικές κλίμακες (επηρεασμένος από τη μουσική της ανατολικής Ασίας) και εξερεύνησε την υφή, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του ήχου, τις μουσικές φόρμες και τα αρμονικά όρια, εμπνεόμενος από τη φύση και δημιουργώντας φαντασιακές μουσικές εικόνες.

Η σουίτα αποτελείται από 4 μέρη (Prelude, Minuet, Clair de lune, Passepied). Με τη λέξη bergamasque (μπεργκαμάσκ) αναφέρεται στην ιταλική πόλη Bergamo και στην αυτοσχεδιαστική θεατρική τέχνη που λάμβανε χώρα τον 16ο αιώνα εκεί, την commedia dell’arte. Κατά τη διάρκεια των αυτοσχεδιαστικών αυτών παραστάσεων, οι ηθοποιοί χρησιμοποιούσαν μαριονέτες και υποδύονταν κωμικούς, αλλά και κοινωνικά αναγνωρίσιμους για την εποχή χαρακτήρες. Χορεύοντας έναν σκόπιμα αδέξιο χορό (την επονομαζόμενη «bergamasca»), παρουσίαζαν μία πονηρή, ανόητη και αστεία συμπεριφορά, κρύβοντας τα πρόσωπά τους με μάσκες, οι οποίες αντιπροσώπευαν την αποξένωσή τους από τα συναισθήματά τους.

Ο Debussy μέσω των τριών μερών της σουίτας κάνει αναφορά στην μπαρόκ εποχή, καθώς το Πρελούδιο (Prelude) και οι χοροί Menuet και Passepied χρησιμοποιήθηκαν και αναπτύχθηκαν κυρίως στην εποχή μπαρόκ. Ξεκινώντας με το 1ο μέρος, το Πρελούδιο, ο συνθέτης δημιουργεί ένα αυτοσχεδιαστικό άκουσμα (άλλωστε, αυτή ήταν η αρχική χρήση του πρελουδίου στην μπαρόκ εποχή), με κίνηση, μεγάλες αυξομειώσεις στις δυναμικές, χρησιμοποιώντας μια αρμονική γλώσσα και υφές που δίνουν ένα ονειρικό και εύθραυστο ύφος στο κομμάτι. Στο δεύτερο μέρος, το Μενουέτο, ο συνθέτης, εμπνευσμένος από τον μπαρόκ χορό, προσδίδει μια παιχνιδιάρικη, αλλά και ταυτόχρονα μυστηριώδη ατμόσφαιρα, χρησιμοποιώντας κοφτές νότες με απαλές δυναμικές. Στο τελευταίο και 4ο μέρος της σουίτας ο συνθέτης χρησιμοποιεί το όνομα του χορού passepied, αλλά χρησιμοποιεί στη συνοδεία της μελωδίας το ρυθμομελωδικό μοτίβο ενός άλλου χορού, της παβάνας (pavane). Το μέρος αυτό χαρακτηρίζεται από πιο χορευτικό ύφος, το οποίο ενισχύεται με ρυθμικές συγκοπές, ρομαντικά και λυρικά περάσματα, πολυφωνία και πολυρυθμία. Ο χορευτικός αυτός χαρακτήρας δημιουργεί μια ωραία αντίθεση με το 3ο και προηγούμενο μέρος, το πολύ γνωστό Clair de lune (Φως του φεγγαριού).

To Clair de lune είναι ένα πολύ ιδιαίτερο και διαφορετικό μέρος από τα προηγούμενα, καθώς χαρακτηρίζεται κυρίως από το πιο ιμπρεσσιονιστικό ύφος του Debussy, με λιγότερο ευδιάκριτη μελωδία, δραματικές αντιθέσεις ανάμεσα στα πιο σκοτεινά και φωτεινά σημεία και με μια συνεχόμενη αρμονική ροή, προσδίδοντας και δημιουργώντας μια γλυκόπικρη, αλλά ευκρινή εικόνα. Ο συνθέτης γι’ αυτό το μέρος βασίστηκε όχι σε κάποια μπαρόκ φόρμα, αλλά στο ομώνυμο ποίημα του συμβολιστή ποιητή Paul Verlaine. O Debussy κατά τη διάρκεια της ζωής του είχε μεγάλη τριβή με τους συμβολιστές ποιητές και τη δουλειά τους, αντλώντας έμπνευση από την ελευθερία της δομής, τη μουσικότητα στην ποίησή τους, τον τρόπο που εξέφραζαν τα συναισθήματα, την υποβόσκουσα αίσθηση του μυστηρίου και την προσοχή που έδιναν στη φύση. Στο ποίημα, μέσα από αναφορές στην commedia dell’arte και μέσα από τη δημιουργία εικόνων γεμάτων ήχους και μουσική, ο Verlaine μιλά για το ταξίδι της ενδοσκόπησης και της ανακάλυψης των συναισθημάτων. Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή ποιημάτων του Fetes Galants, τα οποία εμπνέονται από και κάνουν αναφορές τόσο στην commedia dell’arte, όσο και στον ζωγράφο Antoine Watteau, ο οποίος ήταν και ο πρωτεργάτης του ομώνυμου είδους ζωγραφικής που απεικόνιζε τη γαλλική αριστοκρατία να διασκεδάζει και να χορεύει χορούς σε στυλ bergamasca.

Με όλες τις παραπάνω αναφορές η Suite Bergamasque αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνονθυλεύματος διαφορετικών τεχνών με διακαλλιτεχνικές αναφορές. Η μουσική, ο χορός, η ζωγραφική, η ποίηση, αλλά και όλες οι τέχνες αποτελούν κινητήριες δυνάμεις η μία για την άλλη, όχι μόνο όταν συνυπάρχουν την ίδια χρονική στιγμή, αλλά και μέσα στους αιώνες. Ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους δοκιμιογράφους τέχνης, ο Walter Pater, στο δοκίμιό του Η σχολή του Τζορτζόνε (1877) αναφέρει το εξής: «Παρατηρούμε ότι κάθε τέχνη υιοθετεί όρους μιας άλλης τέχνης… με μια μερική εγκατάλειψη ορίων, διά της οποίας οι τέχνες είναι σε θέση, όχι βέβαια να αντικαταστήσουν η μία την άλλη, αλλά να δανείσουν η μία στην άλλη νέες δυνάμεις».*

Παρά το γεγονός ότι το παραπάνω δοκίμιο γράφτηκε σχεδόν δύο αιώνες πριν, είναι αδύνατο να μην παραδεχτούμε ότι οι τέχνες μπορούν και αξίζει να ενισχύουν και να τροφοδοτούν η μία την άλλη. Από την commedia dell’ arte στις Fetes Galantes και στο Claire de lune, η κάθε γενιά καλλιτεχνών με τον δικό της τρόπο επέκρινε και σχολίαζε το κοινωνικό status και τη στάση της αριστοκρατίας, η οποία άλλοτε παρουσιαζόταν με κωμικό τρόπο και άλλοτε ως τραγικές φιγούρες που κρύβουν τα συναισθήματά τους πίσω από τη φανταχτερή και εντυπωσιακή εικόνα τους. Ζώντας στον 21ο αιώνα, όπου η τέχνη υποβαθμίζεται συνεχώς και αποτελεί απλώς στοιχείο επίδειξης για τη σημερινή αριστοκρατία, είναι αναγκαίο να ενημερώνουμε και να σχολιάζουμε την επικαιρότητα μέσα από τη δύναμη της τέχνης.

 

*Pater, Walter (2011). Η Αναγέννηση: Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 136.


Μοιράσου το με αγαπημένους σου